Παραγωγή νέων ινδαλμάτων …

Το 1934 και το 1938 η Ιταλία σήκωσε την κούπα και διατήρησε το παγκόσμιο στέμμα της για οκτώ χρόνια. Εκτοτε δεν συνέβη ποτέ ξανά κάτι αντίστοιχο. Οι Ευρωπαίοι σε αυτή τη μάχη με τους Λατίνους ήταν οι ηττημένοι, έχοντας το παράδειγμα της Βραζιλίας του 1958 και του 1962. Ωστόσο, από το 2002 και την εικόνα του Ρονάλντο με το περίεργο κούρεμα να το σηκώνει στα γήπεδα της Ασίας, τα πάντα άλλαξαν. Αυτό που βιώνει το Παγκόσμιο Κύπελλο είναι ένα μοναδικό φαινόμενο, μία μοναδική παντοδυναμία των Ευρωπαίων, οι οποίοι φέτος θα το κατακτήσουν για τέταρτη διαδοχική φορά.

Sprortingbet : ακόμα καλύτερες αποδόσεις παίζουν εδω !

Μόνο που το φαινόμενο που έχει εμφανιστεί στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, δεν δείχνει να είναι συγκυριακό. Το πρόβλημα δεν είναι ότι σε αυτό το τουρνουά εμφανίστηκαν τέσσερις Ευρωπαίοι στα ημιτελικά. Κάτι τέτοιο άλλωστε συνέβη και το 1934, το 1966, το 1982 και το 2006. Είναι όμως μία σειρά από λόγους που δείχνουν ότι εκείνη η αέναη μάχη μεταξύ των δύο ακτών του Ατλαντικού για την πρωτοκαθεδρία του κόσμου, έπαψε να υφίσταται από καιρό. Απλά τώρα έγινε πιο εμφανής αυτή η διαφορά και θα μεγαλώσει κι άλλο.

Που οφείλεται όμως αυτό το χάσμα; Θα αναλύσουμε τις πέντε  κυριότερες αιτίες που κατέστησαν τους Λατινοαμερικάνους αδύναμους…

Οι φράσεις και οι αγωνιστικές έννοιες με τις οποίες γαλουχήθηκαν οι παλιότερες γενιές των Λατίνων, δεν έχουν πλέον την ίδια επίδραση στο παιχνίδι τους. Το jogo bonito έχει χρόνια τώρα μικρότερη επιρροή στη Σελεσάο, με το 1994 να αποτελεί το Μουντιάλ σταθμό και την αρχή της μετάλλαξης προς το ρεαλισμό στο παιχνίδι. Το ίδιο ισχύει και για το garra charrua των Ουρουγουανών. Αυτό το πνεύμα του πολεμιστή, η αίσθηση του να μάχεσαι πνευματικά ακόμα και όταν έχουν στερέψει οι δυνάμεις, δεν ταιριάζει με το αποφασιστικό, αλλά πιο soft στιλ που παρουσιάζει η Σελέστε από το 2010 και μετά.

Οι εν λόγω αλλαγές έχουν ξεκάθαρα να κάνουν με το ότι πλέον τα αστέρια των Λατίνων μετακομίζουν στην Ευρώπη σε όλο και νεότερες ηλικίες και δεν αγωνίζονται σχεδόν καθόλου στους συλλόγους των χωρών του. Επομένως, δεν γαλουχούνται με το αντίστοιχο πνεύμα. Εχουν το ταλέντο, αλλά η δουλειά γίνεται στα ευρωπαϊκά clubs, που τους παρακολουθούν και τους παίρνουν από 15, 16, 17 ετών το πολύ. Φανταστείτε ότι αυτό συμβαίνει την τελευταία 20ετία, καθώς όταν στην Ευρώπη ίσχυε ο κανονισμός των τριών ξένων, μόνο οι κορυφαίοι Λατίνοι περνούσαν τον Ατλαντικό.

Μία ματιά στα μουντιαλικά ρόστερ των 90s αρκεί για να καταλάβει κανείς τη διαφορά. Ακόμα και η Βραζιλία του 2002 είχε στα γήπεδα της Ασίας 13 παίκτες από το πρωτάθλημά της, ενώ τώρα είχε μόνο τρεις. Σχεδόν όλοι οι πιτσιρικάδες ονειρεύονται την Ευρώπη. Εκεί παίζεται πλέον το παιχνίδι στο ανώτερο επίπεδο και εκεί είναι τα φράγκα. Τα έσοδα στα μεγάλα πρωταθλήματα της Γηραιάς ηπείρου έχουν εκτοξευτεί σε μυθικά ύψη και οι Λατίνοι δεν μπορούν να τα ακολουθήσουν. Τα παραπάνω χρήματα φέρνουν μαζί καλύτερη οργάνωση, καλύτερες ακαδημίες, καλύτερους συμπαίκτες. Και κάπως έτσι το κενό με την απέναντι όχθη γιγαντώνεται ακόμα περισσότερο.

Κάποτε οι χώρες της America Latina είχαν και καλύτερες οικονομίες γενικότερα. Καθώς δεν είχαν πληγεί από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, βρίσκονταν σε πιο δυνατή κατάσταση από την κατεστραμμένη Ευρώπη. Ο Πελέ π.χ. δεν είχε λόγο να πάει σε ευρωπαϊκό club. Καμία ομάδα δεν θα του έδινε περισσότερα απ’ ό,τι η Σάντος. Το ίδιο και όλοι οι Λατίνοι παικταράδες. Αυτό σταδιακά άλλαζε και φτάσαμε στο Σήμερα, όπου η καλύτερη οικονομία της Νότιας Αμερικής, η Χιλή, είναι 67η στο κατά κεφαλήν εισόδημα. Πολύ χαμηλά δηλαδή.

Για να φτάσουμε όμως και στο ίσως κυριότερο δεδομένο απ’ όλα τα άλλα. Οι μεγάλες χώρες της Ευρώπης υπήρξαν ιστορικά αποικιοκρατικές. Πλέον δέονται και εισροές μεταναστών. Για παράδειγμα, η Γαλλία σε αυτό το Μουντιάλ απαρτίζεται κατά 78,3% από παιδιά μεταναστών ή προερχόμενα από παλιές αποικίες, γεννημένα βέβαια στη Γαλλία. Κάποτε, εξαιτίας του ρατσισμού κυρίως, δεν δέχονταν έγχρωμους παίκτες στις Εθνικές. Τώρα δεν ισχύει αυτό. Επίσης, ο Πογκμπά, ο Λουκάκου, ο Οζίλ, έχουν γεννηθεί εκεί, έχουν μάθει μπάλα εκεί στις καλύτερες ακαδημίες και έχουν ενσωματωθεί πλήρως στο αγωνιστικό μοντέλο της εκάστοτε χώρας, σε μία ακραία industrial παραγωγή νέων ινδαλμάτων.

Αυτό σημαίνει ότι οι χώρες της Ευρώπης αποκτούν το εξής πλεονέκτημα: το να μπορούν να έχουν τεράστια δεξαμενή ταλέντου προερχόμενη από διάφορες χώρες και να μην βασίζονται αποκλειστικά στην παραδοσιακή συνταγή. Αυτό δεν ισχύει για τη Λατινική Αμερική όπου οι αντίστοιχες εισροές είναι μηδαμινές μπροστά στο ευρωπαϊκό φαινόμενο. Και για να επιβεβαιωθεί η εν λόγω σκέψη, αντίστοιχα οι Λατίνοι δέχονταν μετανάστες στις αρχές του περασμένου αιώνα κι αυτό απογείωσε τις αγωνιστικές δυνατότητές τους.

Ολα τα παραπάνω λοιπόν δίνουν μία εικόνα, κάποια εξήγηση γι’ αυτό που συμβαίνει στα τέσσερα τελευταία Μουντιάλ και για όσα θα ακολουθήσουν. Και μπορεί η Βραζιλία ή η Αργεντινή να το σηκώσουν ξανά, σύντομα στο μέλλον, μα το ίδιο το μέλλον προδιαγράφεται ολοένα και πιο ευρωπαϊκή υπόθεση. Και το φοβερό είναι ότι αυτή η… τοπικιστική ανωτερότητα προκαλείται μέσω της παγκοσμιοποίησης…

email > Leader